Πρόωρη εκσπερμάτιση

Τί ορίζουμε ως πρόωρη εκσπερμάτιση (Π.Ε.);

Πρόωρη εκσπερμάτιση (Π.Ε) είναι η κατάσταση κατά την οποία ο άνδρας αδυνατεί να ασκήσει βουλητικό έλεγχο στο αντανακλαστικό της εκσπερμάτισης με αποτέλεσμα μόλις ερεθιστεί σεξουαλικά, να φτάνει αμέσως σε οργασμό.

Η ανάγκη αντικειμενικού προσδιορισμού, οδήγησε την International Society of Sexual Medicine (I.S.S.M) να θεωρήσει την πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ) ως ως σεξουαλική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από:

  • εκσπερμάτιση πάντα ή σχεδόν πάντα σε λιγότερο από 1 λεπτό από την έναρξη της σεξουαλικής ζωής του άνδρα (πρωτοπαθής) ή κλινικά σημαντική ελάττωση του χρόνου μέχρι την εκσπερμάτιση κατά 3 λεπτά σε σύγκριση με το παρελθόν (επίκτητη) {Η χρονομέτρηση από τη σύντροφο}.
  • εμφάνιση του συνδρόμου σε όλες ή τις περισσότερες σεξουαλικές διεισδύσεις (>50% με οποιαδήποτε σύντροφο).
  • αρνητικές προσωπικές συνέπειες, αγωνία, απογοήτευση, αποφυγή σεξουαλικής δραστηριότητας.

Είναι η πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ) συχνό πρόβλημα;

Η πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ) είναι πολύ συχνό πρόβλημα και αποτελεί τη συχνότερη σεξουαλικά διαταραχή στους νέους άνδρες. Στις περισσότερες μελέτες αναφέρεται ότι η ΠΕ αφορά στο 20-30% των ανδρών, ενώ ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι ο επιπολασμός της ΠΕ φθάνει το 75%.

Ποιές είναι οι αιτίες της πρόωρης εκσπερμάτισης (ΠΕ);

Η πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ) διακρίνεται σε δύο κατηγορίες:

  • Πρωτοπαθής ή δια βίου: παρατηρείται από την έναρξη της σεξουαλικής ζωής του άνδρα.
  • Δευτεροπαθής (επίκτητη): εμφανίζεται από κάποιο χρονικό σημείο της σεξουαλικής ζωής του και μετά.

Για έναν περίπου αιώνα, οι ερευνητές πίστευαν ότι η πρόωρη εκσπερμάτιση οφείλονταν κυρίως σε ψυχογενείς παράγοντες. Με βάση όμως τις πρόσφατες θεωρίες του Waldinger, η πρωτοπαθής πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ)  είναι μια νευροβιολογική διαταραχή, γενετικά προκαθορισμένη που οδηγεί σε δυσλειτουργία των κεντρικών υποδοχέων σεροτονίνης. Η πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ) προκύπτει από την ταχεία εξέλιξη των πρώτων δύο φάσεων του κύκλου της σεξουαλικής απόκρισης χωρίς να συνδέεται απαραίτητα με αυξημένη ή διαφοροποιημένη διέγερση. Άλλες αιτίες ΠΕ (κυρίως δευτεροπαθούς) είναι ο διαβήτης, οι νευροπάθειεςτα τραύματα στη γεννητική χώρα, οι κακώσεις της σπονδυλικής στήλης, οι ενδοκρινολογικές παθήσεις,  όπως ο υπερθυρεοειδισμός, οι  ψυχιατρικές παθήσεις και τα ψυχοτρόπα φάρμακα. Για την πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ), πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στα αίτια τα οποία οφείλονται λόγω  ουρογεννητικών φλεγμονών (κυρίως προστατίτιδας) καθώς και δερματικών φλεγμονών και παθήσεων τους πέους και της βαλάνου.

 Συνδέεται η πρόωρη εκσπερμάτιση με στυτική δυσλειτουργία;

Πολύ συχνά οι άνδρες με πρόωρη εκσπερμάτιση, αντιμετωπίζουν δυσκολία στην επίτευξη και στη διατήρηση επαρκούς στύσης ώστε να προχωρήσουν σε συνουσία, γεγονός το οποίο συνδέεται με διαφοροποιημένη απόκριση κατά τη φάση της διέγερσης και της επιθυμίας. Περίπου το 30% των ανδρών με πρόωρη εκσπερμάτιση εμφανίζουν και στυτική δυσλειτουργία ενώ μελέτες δείχνουν ότι μέχρι και το 50% των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία εμφανίζουν και διαταραχές εκσπερμάτισης.

Πώς αντιμετωπίζεται η πρόωρη εκσπερμάτιση;

Ο ουρολόγος – ανδρολόγος είναι ο ειδικός στον οποίο θα πρέπει να απευθυνθεί ο άνδρας με πρόωρη εκσπερμάτιση. Η λήψη ουρολογικού, σεξουαλικού ιστορικού και η κλινική εξέταση είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Επί δευτεροπαθούς πρόωρης εκσπερμάτισης (ΠΕ)  π.χ. οφειλόμενης σε προστατίτιδα ή σε υπερθυρεοειδισμό, η αποκατάσταση της αιτίας θα οδηγήσει σε λύση του προβλήματος.

Οι φαρμακευτικές θεραπείες είναι οι ακόλουθες:

  • Τοπικές θεραπείες: η εφαρμογή τοπικά δρώντων ουσιών είναι απόρροια  της γνώσης που προέκυψε από τη βασική έρευνα της αιτιολογίας της πρόωρης εκσπερμάτισης (ΠΕ) μιας και είναι εμφανές ότι αυτοί οι άνδρες έχουν υπερευαισθησία της βαλάνου και εντονότερη αισθητικά αντίδραση στον ερεθισμό του πέους. Σήμερα χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της, φαρμακευτικές ουσίες με τη μορφή κρέμας, αλοιφής ή σε spray που έχουν ως κύριο συστατικό την ξυλοκαΐνη ή λιδοκαΐνη/πριλοκαΐνη. Οι τοπικές αυτές θεραπείες εφαρμόζονται περίπου για 15-20 λεπτά πριν τη σεξουαλική πράξη. Η δυνατότητα των τοπικά εφαρμοζόμενων θεραπειών να χρησιμοποιούνται  «κατ’ επιθυμία» και η έλλειψη συστηματικών παρενεργειών , τις καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικές.
  • Από του στόματος θεραπείες: Αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI). Η συστηματική ημερήσια χορήγηση αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) αυξάνει τα επίπεδα σεροτονίνης στις συνάψεις, οδηγεί σε αναστολή της εκσπερμάτισης και αποτελεί θεραπεία της πρόωρης εκσπερμάτισης (ΠΕ)  αν και η χορήγησή τους δεν έχει λάβει επίσημη έγκριση από κανένα οργανισμό γι αυτήν την ένδειξη. Η παράταση του χρόνου μέχρι την εκσπερμάτιση γίνεται αντιληπτή μετά από 3-4 μέρες ενώ το μέγιστο κλινικό αποτέλεσμα προκύπτει μετά από 3-4 εβδομάδες. Το κλινικό αποτέλεσμα διαφέρει ανάλογα με τη χορηγούμενη ουσία και τη δόση αυτής. Οι SSRI που χρησιμοποιούνται κυρίως είναι η παροξετίνη, η φλουοξετίνη, η σερτραλίνη και η σεταλοπράμη.

Όταν ο άνδρας εμφανίζει ταυτόχρονα πρόωρη εκσπερμάτιση και στυτική δυσλειτουργία, η συστηματική ημερήσια χορήγηση αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) σε συνδυασμό με την κατ’ επίκληση λήψη αναστολέων φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5- inhibitor), επιφέρει πολύ καλά αποτελέσματα. Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η νταποξετίνη, ένας βραχείας δράσης αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) που έχει λάβει επίσημη έγκριση ως το πρώτο και μοναδικό από του στόματος σκεύασμα για τη θεραπεία της ΠΕ σε άνδρες ηλικίας από 18 έως 64 ετών. Σημειώνεται ότι η νταποξετίνη διατίθεται από τις αρχές του 2014 και στη χώρα μας. Η νταποξετίνη δεν χορηγείται συστηματικά αλλά κατ’ επίκληση 1-3 ώρες πριν τη σεξουαλική δραστηριότητα σε αρχική δοσολογία 30mgr. Αυξάνει το λανθάνοντα χρόνο εκσπερμάτισης (από 2,5 έως 3 φορές), και την αίσθηση ελέγχου επί της εκσπερμάτισης, ενώ μειώνει το άγχος του άνδρα και τα διαπροσωπικά προβλήματα που σχετίζονται με την εκσπερμάτιση. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η ναυτία και η ορθοστατική υπόταση.

Συμπερασματικά

Η πρόωρη εκσπερμάτιση (ΠΕ) είναι μια σεξουαλική δυσλειτουργία που χαρακτηρίζεται από βραχύ χρόνο ενδοκολπικής εκσπερμάτισης, ελλιπή έλεγχο επί της εκσπερμάτισης και αρνητικές συνέπειες (π.χ. άγχος ή προβλήματα). Η στόχευση των θεραπευτικών προσπαθειών στους νευροδιαβιβαστές που εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή και ειδικότερα στο σεροτονινεργικό σύστημα, δίνει τα πλέον ελπιδοφόρα μηνύματα για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των προβλημάτων εκσπερμάτισης.